Πέμπτη, 13 Μαΐου 2010

ΤΟ ΨΑΡΕΜΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ


Όπως προκύπτει από τις πληροφορίες των γραπτών πηγών, των απεικονίσεων, κυρίως στην αγγειογραφία, και των αρχαιολογικών ευρημάτων, οι αρχαίες μέθοδοι και τα σύνεργα της αλιείας παραμένουν σχεδόν αμετάβλητα από την πρώιμη αρχαιότητα έως σήμερα.

Αλιευτικές σκηνές σχετικά σπάνια παρουσιάζονται στην Αρχαία Ελληνική τέχνη, μια αντανάκλαση του σχετικά χαμηλού κοινωνικού επιπέδου των ιχθυέων στην Αρχαία Ελληνική Κοινωνία. Έχει βρεθεί πάντως ένας κρατήρας χρονολογημένος γύρω στα 510 - 500 π.Χ., που εικονίζει ένα αγόρι να σκαρφαλώνει πάνω σε ένα βράχο με ένα ράβδο ψάρια στο κεφάλι του και ένα καλάθι στα αριστερά του. Στο νερό κάτω, ένα στρογγυλεμένο αντικείμενο από το ίδιο υλικό με ένα άνοιγμα από πάνω. Αυτό θεωρείται ότι ήταν μια ιχθυοπαγίδα που διατηρούσε τα ψάρια ζωντανά. Σίγουρα δεν είναι από δίχτυ. Αυτό το αντικείμενο βρίσκεται στο Μουσείο Καλών Τεχνών της Βοστόνης,
Αρχαιολογικά ευρήματα κοχυλιών και υπολειμμάτων από ψαροκόκαλα, καθώς και σχετικές βραχογραφίες σε σπήλαια δείχνουν ότι τα αλιεύματα αποτελούσαν σημαντική σε ποσότητα πηγή τροφής, αλλά και είδος ανταλλαγής για τους ανθρώπους της περιόδου. Μάλιστα χρησιμοποιούσαν την περίσσεια αλιευμάτων και τα κοχύλια για ανταλλαγές με άλλα προϊόντα με άλλες φυλές με τις οποίες είχαν επαφή και δεν διέθεταν αυτά τα είδη.
Κατά τη Νεολιθική Εποχή μεταξύ των μεγάλων νέων τεχνολογικών επιτευγμάτων της εποχής περιλαμβάνονταν και πολλές βασικές τεχνικές αλιείας, που πολλές απ' αυτές χρησιμοποιούνται παρόμοια ως τις μέρες μας.
Χρησιμοποιούσαν άγκιστρα, κυρίως χάλκινα, τα οποία έδεναν με ορμιά (πετονιά), φτιαγμένη από τρίχες ζώων ή φυτικές ίνες. Για να βυθίζεται το άγκιστρο, του έδεναν μολύβδινο βαρίδι. Συνηθισμένο ήταν το ψάρεμα με δίχτυα διαφόρων ειδών ανάλογα με το είδος των ψαριών, εφοδιασμένα με φελλούς και βαρίδια, αλλά και το ψάρεμα με καμάκι (κάμαξ ή τρίαινα). Χρησιμοποιούσαν επίσης κυρτούς πλεγμένους από βέργες. Πιο κατάλληλες ώρες για ψάρεμα θεωρούσαν το σούρουπο και το χάραμα. Ψάρευαν επίσης τη νύχτα με φως πυρσών.
Ο Έλληνας ιστορικός Πολύβιος περιγράφει την αλιεία ξιφία χρησιμοποιώντας καμάκι με κατάληξη οδοντωτή και μυτερή. Ο Οππιανός της Κόρυκας (Oppian of Corycus), ένας Έλληνας συγγραφέας, συνέγραψε (177-180) μια μεγάλη μελέτη για τη θαλάσσια αλιεία, την «Αλιευτική». Είναι η αρχαιότερη γνωστή γραπτή μελέτη για το θέμα που έχει επιβιώσει ως τις μέρες μας. Ο Οππιανός περιγράφει αρκετά μέσα αλιείας, που περιλαμβάνουν τη χρήση διχτυών από αλιευτικά σκάφη, παγιδευτικά (scoop) δίχτυα, συγκρατημένα με στεφάνη, καμάκια και τρίαινες, καθώς και πολλές αλιευτικές παγίδες, «...που λειτουργούν ενώ οι ιδιοκτήτες τους κοιμούνται...».
Η περιγραφή του Οππιανού για ψάρεμα με «ακίνητο» δίχτυ είναι επίσης ενδιαφέρουσα:
«Οι αλιείς τοποθετούν πολύ ελαφρά δίχτυα από κατεργασμένο λινάρι κυκλικά, καθώς χτυπούν βίαια την επιφάνεια της θάλασσας με τα κουπιά τους και σχηματίζουν μια δίνη γύρω από τις άκρες του κύκλου με το δίχτυ. Από τα χτυπήματα των κουπιών και το σαματά που κάνουν τα ψάρια τρομοκρατούνται και τρέχουν πάνω στο στάσιμο δίχτυ, νομίζοντας ότι είναι καταφύγιο: ανόητα ψάρια που τρομαγμένα από το θόρυβο, εισέρχονται στις πύλες του χαμού τους. Έπειτα οι ψαράδες τραβούν το δίχτυ και από τις δυο πλευρές με σχοινιά και τα οδηγούν στην ακτή.»

Από αρχαίες αναπαραστάσεις και γραπτές πηγές είναι φανερό ότι τα αλιευτικά σκάφη είναι τυπικά μικρά και χωρίς κατάρτι ή ιστίο, κατάλληλα επομένως μόνο για παράκτια αλιεία με σχετική ασφάλεια.
Η αλιεία αποτελούσε σημαντικό οικονομικό παράγοντα για τις παραθαλάσσιες πόλεις. Ιδιαίτερα ορισμένες, όπως π.χ. η Κύζικος, φαίνεται ότι όφειλαν τον πλούτο τους κυρίως στα άφθονα αλιεύματά τους. Στο στοιχείο αυτό παραπέμπει και η απεικόνιση στα νομίσματα της Κυζίκου του θύννου (τόνου), φημισμένου αλιεύματος των νερών της, αλλά και του χταποδιού στα νομίσματα της Ερέτριας.
Αλιεία γινόταν επίσης στις λίμνες και στα ποτάμια του, αλλά τα ψάρια του γλυκού νερού τα εκτιμούσαν λιγότερο.
Ο Όμηρος θεωρεί παράγοντα ευδαιμονίας ενός τόπου το να παρέχει η θάλασσα ψάρια. Τα ψάρια και τα άλλα θαλασσινά ως άφθονη, νόστιμη, υγιεινή και εύκολη στην προετοιμασία της τροφή αγαπήθηκαν με πάθος από τους αρχαίους Έλληνες, οι οποίοι, έχοντας εμβαθύνει ιδιαίτερα σε θέματα διατροφής, είχαν υψηλές γευστικές απαιτήσεις.

Ειρήνη Ιωαννίδου - Αγάθη Καβακίδου - Ελένη Σαμαρά

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου