Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2010

Έθιμα Πρωτοχρονιάς - Το κάψιμο της βασιλόπιτας

Το πρωί αυτός που θα ξυπνούσε πρώτος για να πάει να φέρει το καλαντόνερον* από το πηγάδι θα μάζευε όλα τα καρύδια από κάτω και με ένα κομμάτι βασιλόπιτας θα πήγαινε στη βρύση χωρίς να μιλήσει στο δρόμο. Ο πρώτος που θα πήγαινε ση βρύση θα άφηνε λίγα κουλούρια για το στοιχείο της βρύσης και θα έπαιρνε πίσω τα μισά για να γυρίσει πάλι σπίτι τους το τυχερό. Ο δεύτερος θα έπαιρνε τα κουλούρια ή τα γλυκά του πρώτου και θα άφηνε τα δικά του εκεί για να τα πάρει ο άλλος που θα πήγαινε κοντά από αυτόν.
Σε άλλα χωριά του Πόντου το καλαντόνερον το έπαιρναν τα μεσάνυχτα την ώρα που θα χτυπούσε κάποιος την καμπάνα της εκκλησίας, με τον ίδιο τρόπο και με την ίδια διαδικασία χωρίς να μιλήσουν στον δρόμο.
Το καλαντόνερον της πρωτοχρονιάς έπρεπε να είναι αμίλητο, γι`αυτό και έπιναν όλοι από λίγο και το πρωί νίβονταν όλοι από αυτό.
Σε άλλα γύρω χωριά, αντί για κουλούρια και γλυκά, άφηναν λίγα σπειριά σιτάρι για το στοιχειό του πηγαδιού και το νερό το έπαιρνε ο σπιτονοικοκύρης και όχι η γυναίκα του σπιτιού. Γυρίζοντας από την βρύση με το καλαντόνερον, ράντιζε τα δωμάτια του σπιτιού, το στάβλο με τα ζώα, τα αμπάρια με τα γεννήματα και τα βαρέλια με το κρασί. Το γκουγκούμιν -σκεύος μεγάλο για νερό ή άλλα υγρά με το καλαντόνερον δεν έπρεπε να τα ακουμπήσει κάτω εκείνος που το έφερνε από την βρύση, πριν φτάσει στο σπίτι και πιούν και νιφτούν όλοι από αυτό, για να μην χάσει την δύναμή του και το τυχερό που έχει μέσα του.
 Ύστερα από την μεταφορά του καλαντόνερου, ο νοικοκύρης του σπιτιού έπαιρνε ένα βόδι από τον στάβλο και αφού το έδενε με μια τριχιά από τα κέρατα, το τραβούσε στο ισόγειο δωμάτιο του σπιτιού, εκεί που συνήθως έμενε η οικογένεια το χειμώνα, και κοίταζαν με ποιο πόδι θα δρασκέλιζε το κατώφλι της πόρτας. Αν το βόδι περνούσε με το δεξί, η χρονιά στο σπίτι θα πήγαινε πολύ καλά. Έτσι, σαν έμπαινε μέσα το βόδι, το χάιδευαν, το φιλούσαν και το έδιναν ένα κομμάτι πίτας να φάει. Την ίδια παρατήρηση έκαναν και την ώρα, που θα έβγαινε το βόδι.
 Τότε, το πρωτογέννητο παιδί του σπιτιού έκοβε ένα χλωρό κλωνάρι καρυδιάς και καβαλικεύοντάς το σαν άλογο έμπαινε μέσα στο σπίτι και φώναζε: Εξέβαμεν ας σην κακοχρονίαν κι εσέβαμεν σην καλοχρονίαν!
 Ύστερα ζητούσε τροφή και νερό για το άλογο, και εκείνοι του έδιναν καρύδια, πίτα και χρήματα.
* Το καλαντόνερον
Καλαντόνερον ονομαζόταν το πρώτο νερό που έπαιρναν τα μεσάνυχτα της Πρωτοχρονιάς από την βρύση, την πηγή ή το πηγάδι από όπου προμηθεύονταν το πόσιμο νερό. Της λήψης του καλαντόνερου προηγούνταν το καλαντίασμαν της βρύσης. Λίγο πριν τα μεσάνυχτα τοποθετούσαν κοντά ‘στο πεγάδ’  (βρύση) διάφορα δώρα όπως ξηρούς καρπούς (λεφτοκάρα, καρύδα, σύκα στάρι, γλυκά, μήλα, κυδώνια, κ.λ.π.) λέγοντας την ευχή: Κάλαντα και καλός καιρός, πάντα και του χρόνου. Αυτός που έπαιρνε το νερό, μέχρι να το πάει στο σπίτι δεν κοιτούσε πίσω του ούτε μιλούσε σε κανέναν. Έπινε όλη η οικογένεια από λίγο και ράντιζαν το σπίτι, την αυλή, τις αποθήκες, τα ζώα, τα χωράφια κ.λ.π. 


Φώκιαλη Σοφία - Φωτιάδου Χαρούλα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου